Ticker

15/recent/ticker-posts

Φραγμός στις καταχρήσεις με τουρκοκυπριακές περιουσίες


fragos-stis-katachriseis-me-toyrkokypriakes-perioysies

Φρένο στην κατάχρηση και σε αρκετές περιπτώσεις ασυδοσία με τις τουρκοκυπριακές περιουσίες θέτει Δικαστήριο, όπου όχι μόνο υποδεικνύει την παρανομία που γίνεται με χιλιάδες ακίνητα, αλλά για πρώτη φορά ζητά την παρέμβαση του Γενικού Εισαγγελέα.
Με χθεσινή απόφασή του το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας σε αγωγή χρήστη τ/κ ακίνητης περιουσίας εναντίον ενοικιαστή επειδή δεν του κατέβαλλε ενοίκια, αφού αναγνώρισε το παράνομη της πράξης, ζήτησε την επέμβαση του Κηδεμόνα για ανάκτηση του ακινήτου και παράλληλα την εξέταση από τον Γ. Εισαγγελέα του ενδεχομένου να διαπράχθηκαν ποινικά αδικήματα από οποιονδήποτε. Η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστή Λούκα Πασχαλίδη θεωρείται πλέον ως το καλύτερο εργαλείο για τον Κηδεμόνα Διαχείρισης Τ/κ περιουσιών, να τις αφαιρέσει απ’ όσους τις υπενοικιάζουν παράνομα.

Ουδείς από τους διάδικους ανέμενε ότι η υπόθεσή τους θα είχε τέτοια κατάληξη και θα τους έβαζε σε μπελάδες. Η υπόθεση πάει 35 χρόνια πίσω όταν δόθηκε Τ/κ γη σε ελληνοκύπριο πρόσφυγα. Τότε αυτός ανέγειρε δύο καταστήματα και έναν αποθηκευτικό χώρο. Μέρος της αποθήκης την ενοικίασε σε άλλο πρόσωπο που όπως φάνηκε αυτό έγινε για λογαριασμό τρίτου ατόμου. Ο ιδιοκτήτης της αποθήκης και ο ενοικιαστής έφτασαν το 2015 στα δικαστήρια, με τον πρώτο να διεκδικεί μη καταβληθέντα ενοίκια ύψους 16.000 ευρώ καθώς και την έξωσή του. Ο ενοικιαστής αντέκρουσε τον ισχυρισμό αυτό λέγοντας ότι έκανε στο υποστατικό επενδύσεις ύψους 20.000 ευρώ τις οποίες και διεκδικούσε.

Συγκεκριμένα, την 01/11/1985, η τότε Κεντρική Επιτροπή Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών περιουσιών, χορήγησε στον πρόσφυγα ενάγοντα γραπτή άδεια να κατέχει, χρησιμοποιεί και να καρπώνεται το εν λόγω ακίνητο στην επαρχία Λευκωσίας, για όσο καιρό θα ίσχυε το διάταγμα επίταξης.

Ειδικότερα, η Κεντρική Επιτροπή χορήγησε στον ενάγοντα άδεια όπως χρησιμοποιήσει το ακίνητο «για την ανέγερση υποστατικού εργασίας με τον όρο ότι θα εξασφαλίσει προηγουμένως άδεια οικοδομής» και αυτή θα ακυρώνετο σε περίπτωση που ο τ/κ ιδιοκτήτης επέστρεφε και αναλάμβανε κατοχή του ακινήτου ή σε περίπτωση που η Κεντρική Επιτροπή αποφάσιζε να ακυρώσει την άδεια. Μεταξύ των όρων που επιβλήθηκαν ρητά στον ενάγοντα ήταν και το ότι αυτός «δεν θα έχει το δικαίωμα εκχωρήσεως ή παραχωρήσεως άδειας χρησιμοποιήσεως υπό τρίτου του όλου ή μέρους του (ακινήτου) εκτός εάν ούτος ήθελεν εκ των προτέρων λάβει την έγγραφη προς τούτο συγκατάθεση της Κεντρικής Επιτροπής».

Στο μεταξύ, στις 14 Απριλίου 2018, εκκρεμούσης της παρούσας αγωγής, ο ιδιοκτήτης του υποστατικού ειδοποιήθηκε γραπτώς από τον Έπαρχο, ότι «…ακυρώνεται η άδεια μου διότι δεν έχω άδεια οικοδομής και διότι ενοικίασα, παρά τη συμφωνία την οποία είχαμε πριν 30 χρόνια…». Εναντίον της απόφασης αυτής εκκρεμεί ιεραρχική προσφυγή.

Το Δικαστήριο στην απόφασή του υπενθυμίζει ότι για να εξασφαλιστεί η προστασία των τ/κ περιουσιών και των συνταγματικά κατοχυρωμένων συμφερόντων των ιδιοκτητών τους, καθίστανται ποινικό αδίκημα πράξεις και/ή παραλείψεις που αντίκεινται στο Νόμο και καταστρατηγούν τα δικαιώματα και τις εξουσίες του Κηδεμόνα με τις ποινές να είναι φυλάκιση ή και πρόστιμο. Το Δικαστήριο επισημαίνει παράλληλα πως μια άκρως σημαντική πρόνοια του Νόμου είναι το τεκμήριο παρανομίας που δημιουργεί ο Νόμος όπου αναφέρεται ρητά ότι «…οποιοδήποτε πρόσωπο δεν κατέχει έγγραφο παραχώρησης επ’ ονόματί του τουρκοκυπριακής περιουσίας, τεκμαίρεται ότι κατέχει αυτήν παράνομα. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου, ότι ο Κηδεμόνας τ/κ περιουσιών δεν παραχώρησε ποτέ στον εναγόμενο ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο άλλο από τον ενάγοντα, οποιαδήποτε άδεια ή συγκατάθεση να κατέχει και να χρησιμοποιεί το επίδικο ακίνητο, ούτε και έδωσε οποιαδήποτε άδεια ή συγκατάθεση στον ενάγοντα να «…εκχωρήσει ή παραχωρήσει άδεια χρησιμοποιήσεως υπό τρίτου του όλου ή μέρους του (ακινήτου)…» ως ήταν και ο σχετικός όρος που επιβλήθηκε στην άδεια που χορηγήθηκε το 1985 στον τελευταίο.

«Αντίκειται και στα χρηστά ήθη και στη δημόσια τάξη»

Μετά τα ευρήματα αυτά, το Δικαστήριο τόνισε ότι «δεν νομίζω ότι χρειάζεται να λεχθούν πολλά ως προς το γιατί υπό τις πιο πάνω συνθήκες, τόσο η επίδικη συμφωνία των διαδίκων όσο και οι εκατέρωθεν ενέργειες και αξιώσεις τους οι οποίες εδράζονται στη συμφωνία τους αυτή, κρίνονται να είναι σε τέτοιο βαθμό μολυσμένες από παρανομία που σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να επιτραπεί σε οποιοδήποτε εξ’ αυτών να επωφεληθεί από αυτές και δη μέσω δικαστικής απόφασης. Αντιθέτως, τονίζεται, στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων και διαπιστώσεων, προκύπτει ότι η παρούσα συνιστά περίπτωση όπου και η αντιπαροχή αλλά και ο σκοπός της επίδικης συμφωνίας δεν ήταν νόμιμος γιατί και απαγορευμένος από το νόμο ήταν, με νομοθετικό μάλιστα τεκμήριο περί τούτου, και συνιστά απάτη εναντίον τουλάχιστον του δημοσίου, και επιφέρει βλάβη στην περιουσία άλλου, ήτοι του Κηδεμόνα και του τουρκοκύπριου ιδιοκτήτη του ακινήτου, ενώ λόγω της ιδιόμορφης φύσης του ακινήτου, ήτοι τουρκοκυπριακής περιουσίας που χορηγείται αποκλειστικά και περιοριστικά για σκοπούς δημόσιας ωφελείας, αντίκειται και στα χρηστά ήθη και στη δημόσια τάξη». «Σε κάθε περίπτωση όμως», σημειώνει ο δικαστής Πασχαλίδης, «υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης, η οποιαδήποτε διαταγή του Δικαστηρίου για πληρωμή οποιουδήποτε ποσού ή για επιστροφή του ακινήτου στον ενάγοντα προσωπικά αντί στον Κηδεμόνα, θα συνιστούσε κατάφορη καταστρατήγηση των εξουσιών και δικαιωμάτων που ο Κηδεμόνας έχει και προστατεύει καθώς και των προνοιών του αρ. 15 του Ν. 139/91, οι οποίες πρόνοιες υπενθυμίζω αφορούν σε διάπραξη ποινικού αδικήματος».

Θα διερευνηθεί το ενδεχόμενο ποινικής ευθύνης

Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι οι διαπιστώσεις του όχι μόνο σφραγίζουν την τύχη της αγωγής του ενάγοντα, αλλά συνιστούν και επιπρόσθετους λόγους για απόρριψη της ανταπαίτησης του εναγόμενου, εφόσον ακόμη και αν οι ισχυρισμοί του τελευταίου ευσταθούσαν ως θέμα πραγματικό, είναι στη βάση των ίδιων παράνομων ενεργειών και συμφωνιών που και ο εναγόμενος ανταξιώνει θεραπείες εναντίον του ενάγοντα. Στη συνέχεια προχώρησε και απέρριψε την αγωγή χωρίς να επιδικάσει έξοδα. Το πλέον σημαντικό όμως είναι πως το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες όπως αντίγραφο της απόφασης του σταλεί στο Γενικό Εισαγγελέα ώστε αφ’ ενός να ενημερωθεί ο Κηδεμόνας για τα όσα διαπιστώθηκαν δικαστικώς στην παρούσα υπόθεση και αφ’ ετέρου να διερευνηθεί το ενδεχόμενο ύπαρξης ποινικής ευθύνης οποιουδήποτε προσώπου.



philenews.com