Ticker

15/recent/ticker-posts

Το διήγημα της εβδομάδας: Τα τρία πρόσωπα της Ίριδας

ta-tria-proswpa-ths-iridas

«Η Ίριδα ανήκει σ' εκείνην την σπάνια κατηγορία γυναικών που θυμίζουν χώμα, το μαλακό υγρό χώμα μιας σπηλιάς, των γυναικών που παραπέμπουν στην σκοτεινή περίοδο της μητριαρχίας, κι είναι τόσο εντελώς όμορφες, ώστε η μελαμψή ομορφιά τους φαίνεται να προέρχεται κατ' ευθείαν απ' τον πηλό που δημιούργησε τον κόσμο, αυτήν την ακαθόριστη αίσθηση δίνουν, ότι είναι απόγονοι μιας φυλής που εξέθρεψε θεότητες και ιέρειες, βασίλισσες και μητέρες ­ η οντότητά τους απορρέει απ' την ευλυγισία και το ευθυτενές του βαρύτιμου σκελετού τους. 

Η συμβίωσή μας μ' έπεισε και για κάτι άλλο, ότι υπήρχε δηλαδή κάποιος προορισμός, ευγονικός πιθανόν, στο αίμα της, κι εκεί απέδιδα τόσο την υπεροψία της, κοίταζε πάντα ανασηκώνοντας το πηγούνι της, ενώ στα μάτια της διαγραφόταν καθαρά η αυτοπεποίθησή της, "εγώ σου μιλάω τώρα!", όσο και τη βαρειά αλλά εξευγενισμένη μυρωδιά του σώματός της, η οποία θύμιζε την μυρωδιά του φρεσκοβρεγμένου χώματος που κυριαρχεί σ' ένα δάσος, μετά από μια σφοδρή νεροποντή...».

«Η καταγωγή πάντως της επιδερμίδας της έδινε μεν υπόσταση στην γοητεία της, αλλά αποτελούσε εξ ίσου αίνιγμα με την καταγωγή των χαρακτηριστικών της. Η Ίριδα θύμιζε μιγάδα, απ' τις μιγάδες εκείνες, το αίμα των οποίων έχει δεχθεί τόσες επιμειξίες, ώστε διατηρεί πλέον μόνο τις πιο σκληρές ιδιότητές του. Τα καλοκαίρια, το δέρμα της έπαιρνε ένα αλλόκοτο χρώμα, κάτι σαν απαλό καφέ αλλά μ' ένα υπόστρωμα σκουριάς, κι όλο της το σώμα έμοιαζε να 'χει βαφτεί στην μελί απόχρωση που 'χαν τα ελαφρώς σχιστά μάτια της. Τα μήλα του οστεώδους προσώπου της ήταν αρκούντως εξογκωμένα συντηρώντας την εντύπωση της μιγάδας, η μύτη της ήταν λεπτή και το σαρκώδες στόμα της συμμετρικά μεγάλο, ενώ το πάνω χείλος ανασηκωνόταν λίγο σ' ένδειξη μιας μόνιμης αντίδρασης. Στο κέντρο τής επάνω οδοντοστοιχίας υπήρχε ένα τόσο δα χώρισμα που προσέθετε ένα κομμάτι παιδικής θηλυκότητας, όταν χαμογελούσε. Εκεί, εν τούτοις, που μάλλον είχε επέλθει κάποια μικρή παρεμβολή, ήταν ο λαιμός της. Κάποιος, η πρώτη γυναίκα του πατέρα της πιθανόν, θα πρέπει να φθόνησε την Ίριδα, όταν αυτή στριφογυρνούσε στην κοιλιά της μητέρας της, ευτυχώς, ωστόσο, ο φθόνος ισοδυναμούσε με το άγχος των γλυπτών, όταν προσθέτουν επίτηδες κάποιο ελάττωμα σ' ένα έργο, για μεγαλύτερη αρμονία. Ο λαιμός της λοιπόν ήταν πιο κοντός σε σχέση με το ύψος της, ήταν ένα κι εβδομήντα δύο...».

Αυτή είναι η κεντρική ηρωίδα του μυθιστορήματός μου «Η συνείδηση της Αιωνιότητας», η Ίριδα, κόρη του επιτίμου προέδρου του Συντηρητικού Κόμματος Κάρολου Λαμπριάνου, οικονομολόγος και σύζυγος του μεγαλομανούς ποινικολόγου Τάκη Σταυρόπουλου που είχε αναλάβει την υπεράσπιση του Βασίλη Μοντεζάννε, ο οποίος είχε σκοτώσει χωρίς προφανή λόγο τη γυναίκα και τα δύο ανήλικα παιδιά τους. Πολλές φορές λοιπόν, λόγω της περιγραφής και της ιδιοσυγκρασίας της Ίριδας, με ρωτούν αν είναι υπαρκτό πρόσωπο ή όχι. Και τα δύο. Ως ιδιοσυγκρασία όχι, ως εμφάνιση ναι.

Πρότυπο για την εμφάνιση της Ίριδας απετέλεσαν δύο φίλες, απ' τον καιρό που δούλευα πορτιέρης στην Μύκονο, στο Ρεμέτζο τρία χρόνια και δύο στις Εννιά Μούσες, όταν ήταν στο Γυαλό. Την πρώτη χρονιά που δούλευα στις Μούσες, το '88, ξεκίνησα αρχές Αυγούστου στην πόρτα, αλλά στα τέλη έφυγε ο βασικός σερβιτόρος και πήγα εγώ στη θέση του. Ο ιδιοκτήτης, ο Κώστας Ζουγανέλης, είχε άγχος για το πώς θα πάω, δεδομένου ότι είχα δεκατέσσερα τραπέζια μόνος μου. Με το που ξεκίνησα την Δευτέρα, άρχισε τις παρατηρήσεις που συνεχίστηκαν όλη την εβδομάδα. Παρατηρήσεις με χιούμορ, φημίζεται γι' αυτό, αλλά μ' εκνεύριζαν. Την Πέμπτη το βράδυ που κλείναμε, του λέω, «Κώστα, θες να βρεις κάναν άλλον;», «πλάκα σου κάνω, ρε». Ήρθε η πολυπόθητη Παρασκευή και γέμισαν όλα τα τραπέζια. Έτρεχα σαν τρελλός. Κάποια στιγμή είχαν παραγγείλει δυο σαμπάνιες και πήγα στο μπαρ να τις πάρω. Ο Κώστας ήταν εκεί. «Μπράβο, ρε Αλεκάρα», μου λέει. «Μ' έσκισες». Άστ' αυτά», του απαντάω, «και κοίτα να σηκώσεις κάνα τραπέζι, γιατί έχει έρθει μια... και δεν έχω τίποτα». «Πού;», ρωτάει περίεργος. «Έλα μαζί μου». Παίρνω τις σαμπάνιες και σπρώχνοντας ανοίγω δρόμο, ενώ ο Κώστας μ' ακολουθεί. Σταματάω μπροστά στην Ίριδα και της λέω, «ο κύριος Ζουγανέλης είναι ο υπεύθυνος». «Θέλετε τραπέζι», ρωτάει χαμογελαστός ο Κώστας. «Ναι», απαντάει η Ίριδα (Χριστίνα λέγεται, αλλά δεν ήξερα ακόμα το όνομά της). «Δεν υπάρχει πρόβλημα», λέει ο Κώστας. «Θα παραγγείλουμε αύριο ένα, στον Νικολάκη τον ξυλουργό και το βράδυ θα 'ναι έτοιμο». Εκνευρίζεται και κοιτάζει εμένα. «Όταν αδειάσει κανένα». Τελικά, αδειάζει ένα τραπέζι και κάθησε με την παρέα της στην κάτω σάλα, που λέγαμε.

Φορούσε άσπρο φαρδύ παντελόνι, ναυτικό ριγέ μπλουζάκι κι ήταν φυσικά πανέμορφη. Τα επόμενα βράδια ερχόταν συνέχεια, δεν είχε ιδιαίτερα με κάποιον, αλλά θεωρούσα απίθανο να είναι μόνη της, σύμφωνα με το παληό απόφθεγμα, οι ωραίες δεν μένουν ποτέ μόνες. Κάποια στιγμή εμφανίσθηκε συνοδευόμενη. Έμαθα πως ήταν ο άντρας της. Από τότε την έλεγα «η παντρεμένη», εκτός απ' το «εξωτική». Την έβλεπα κάθε μέρα στη θάλασσα, στην Ψαρού, στην Παράγκα, στα απογευματινά μπαρ. Δεν της μίλαγα ποτέ.

Ένα βράδυ, σταματάει μπροστά μου μπαίνοντας, και μου λέει: «Δεν ήσουνα το απόγευμα στη Μικρή Βενετία και το πρωί στην Παράγκα;». Ναι. «Και γιατι δεν μου μίλησες;». «Δεν ήσουνα μόνη σου». «Δεν έχει σημασία». «Έχει». «Να μου μιλάς!», με χαϊδεύει στο μάγουλο και μπαίνει. Φόραγε ένα παρεό γύρω απ' την μέση και το πάνω μέρος ενός κίτρινου μπικινιού. Από τότε χαιρετιόμασταν, αλλά χωρίς πολλά-πολλά. Δεν έγινε τίποτα.

Τον χειμώνα, ενώ είχα αρχίσει να γράφω στο χέρι τα πρώτα κεφάλαια της Συνείδησης, δούλευα τα ΠαρασκευοΣάββατα μπάρμαν στα Τέσσερα, στο Γκάζι. Ένα βράδυ τελειώσαμε νωρίς κι έφυγα και πήγα στο χειμωνιάτικο του Κώστα, τα Εννιάρια, πίσω απ' το Στάδιο. Ήμουνα τελείως πίττα. Με βλέπει ο Κώστας, με φιλάει, πάω μέσα. Βρίσκω κάτι φίλους, κάθομαι στο τραπέζι τους. Κοιτάζω αριστερά και πίσω μου, και την βλέπω. Με τρόπο μετακινώ σιγά-σιγά την καρέκλα, να φτάσω στο ίδιο ύψος μ' αυτήν. Μετά από κανένα τέταρτο, γυρίζω και την χαιρετάω. «Τι χάλια είν' αυτά;». «Είναι που θα σ' έβλεπα». Δεν συμμερίσθηκε το χιούμορ μου. Σε λίγο ξαναγυρνάω, «πότε θα σε δω εσένα;», «το καλοκαίρι στις Μούσες», λέει, «αλλά να μην είσαι έτσι». Μάλιστα. Αργότερα το βράδυ φύγαμε και πήγαμε στα μπουζούκια, στο «Αβανσε». Είχα παραγίνει. Δεν θυμάμαι ούτε πώς έφυγα ούτε πώς γύρισα. Έχασα κι εφτά χιλιάδες. Επί καιρό αναρωτιόμουν πώς είχα γυρίσει σπίτι. Μετά από μήνες βλέπω έναν παληό φίλο, στο Αιγάλεω, στο μπαρ Χρυσοστόμιο, το στέκι μου, και μου λέει, «Ασωνίτη, δεν έχω ξαναδεί άνθρωπο πιο μεθυσμένο από σένα». «Τι λες, ρε Κώστα;». «Δεν θυμάσαι ένα βράδυ στην Ομόνοια που φόραγες μια άσπρη καμπαρντίνα και καθόσουν στο πεζοδρόμιο και πέρασα και σε πήρα με το αυτοκίνητο;». Λύθηκε η απορία. Την παντρεμένη την είδα φυσικά το καλοκαίρι, αλλά ούτε τότε έγινε τίποτα, και δεν υπάρχει λόγος να περιαυτολογεί πολύ για τις αποτυχίες του κανείς. Αργότερα έμαθα ότι είχε χωρίσει απ' τον άντρα της για κανα-δυό χρόνια, τα ξανάφτιαξαν, κι έκαναν κι ένα παιδί. Τεθλασμένοι έρωτες. Την είδα μια μέρα, πάνε χρόνια, στην Τσακάλωφ, αλλά μέχρι να την φτάσω, είχε χαθεί.

Η δεύτερη Ίριδα, δεν είναι Ελληνίδα. Είναι απ' τη Γρενάδα της Καραϊβικής, λέγεται Λίζα Χερέρα, είναι ιταλικής καταγωγής και μένει στον Καναδά. Ήταν στην Μύκονο όλο το καλοκαίρι του '89 και δούλευε ως οδηγός σε ένα γραφείο ενοικιάσεως αυτοκινήτων. Την είδα για πρώτη φορά ένα μεσημέρι να κάθεται στο τιμόνι ενός τζιπ. Ένα βράδυ, πριν πάω για δουλειά, ήμουνα στο μαγαζί του φίλου μου του Γιώργου του μπιζουτιέ ή φυστικά ­ έχει ένα φυστικάδικο κάτω από μια σκάλα, κοντά στην τέως Βεγγέρα. Ξαφνικά εμφανίζεται η Λίζα φορώντας ένα στενό πράσινο παντελόνι κι ένα άσπρο μακό απ' έξω. Της λέω, «της Γκρην Πις είσαι;». Γελάει και φεύγει. Πίναμε καφέ με τον Γιώργο, όταν μετά από κανένα μισάωρο ξαναπερνάει. Την ρωτάω, πού πάει. Για φαγητό. Κι εγώ, πάμε μαζί; Πήγαμε στον Μανώλη και φάγαμε βραστό κόκορα. Η Λίζα ήταν ανάλογης ομορφιάς με την Χριστίνα, αλλά είχε ωραιότερη επιδερμίδα και ήταν μάλλον πιο ψηλή, ένα εβδομήντα πέντε περίπου. Μετά, πήγαμε ήπιαμε ένα ποτό και της ζήτησα να περάσει απ' τις Μούσες. Εξαφανίσθηκε για μια βδομάδα. Πέρναγα ή τηλεφωνούσα από 'κει που δούλευε, αλλά δεν την εύρισκα. «Πάει κι αυτή», λέω. Ένα βράδυ πάω απ' τον Γιώργο και μου λέει, «Άλεξ, πέρασε η δικιά σου, η ψιλομιγάδα, και είπε ότι θα 'ρθει το βράδυ». Σε λίγο φάνηκε η Λίζα να 'ρχεται χαμογελαστή απ' τα Τρία Πηγάδια. «Εδώ είσαι ακόμα;». «Δεν ήμουνα καλά και δεν έβγαινα τα βράδια». «Τι είχες;». «Δεν είχα κέφι». Αργότερα πέρασε απ' τις Μούσες και κάθησε γύρω στη μισή ώρα. Δώσαμε ραντεβού το άλλο μεσημέρι να πάμε για μπάνιο. Είχε αλλάξει δουλειά και δούλευε σ' ένα σαντουιτσάδικο, εκεί που ήταν παλιά ο θρυλικός Άλεξ που πούλαγε πουλόβερ φολκλόρ, στα Ματογιάννια.

Βρεθήκαμε στην Αλευκαντρα. Έρχεται κάπως σκυθρωπή, λέμε μερικές τυπικές κουβέντες, με κοιτάζει και μου λέει, «σε λίγο θα γυρίσω στον Καναδά και δεν θέλω να κάνω τίποτα μαζί σου, γιατί μου αρέσεις». Την πείθω να έρθει σπίτι. Στο σπίτι είχα δύο εγκυκλοπαίδειες που είχα φέρει να πουλήσω απ' την Αθήνα, γιατί στην αρχή του καλοκαιριού δεν είχα δουλειά (ο Γιώργος, που με βοηθούσε, τις έλεγε βιβλιοθήκες, έτσι εξηγείται το ότι με το ζόρι πουλήσαμε τέσσερις). Η Λίζα με ρώτησε αν είναι ελληνική η λέξη και τι σημαίνει. Μετά με ρώτησε τι σημαίνει «σχιζοφρένεια». Είναι πολλές ελληνικές λέξεις στ' Αγγλικά, μου λέει. «Η πολιτική;». Της εξηγώ.

Αρχίσαμε. Γύρναγε απ' την δουλειά, ερχόταν σπίτι και πηγαίναμε για μπάνιο. Τα βράδια καθόταν στις Μούσες, αλλά έφευγε νωρίς. Το πιο χαρακτηριστικό τής ανά μέρες συμβίωσής μας, ήταν ότι κάναμε τρομερούς καυγάδες χωρίς λόγο, ως συνήθως. Ένα βράδυ γυρνάω σπίτι έχοντας μαζί μου μισό μπουκάλι Μόργκαν κόκκινο, το ποτό μας. Σταματάω στο μαγαζί ενός φίλου, πίνω μια μπύρα, παίρνω παγάκια, παίρνω και μερικά λουλούδια απ' τα βάζα και πάω σπίτι. Μόλις μου ανοίγει η Λίζα και βλέπει τα λουλούδια γελάει. Μετά αρχίζει να ουρλιάζει. Τρέχει και κλειδώνεται στο δωμάτιό της και ξανανοίγει έξαλλη. «Πέταξε το μπουκάλι! Για ποια με πέρασες;». «Τ' είναι' αυτά που λες;». Ο τέως φίλος της, μου εξηγεί, απ' τον Πειραιά, που τον είχε γνωρίσει στον Καναδά και για χάρη του ήρθε στην Ελλάδα, γύρναγε τα βράδια μεθυσμένος και της ζήταγε να κοιμηθούν, αυτή αρνιόταν και την χτύπαγε, μέχρι που τον παράτησε. Μετά την παρακαλούσε να μείνει, έκλαιγε, χτυπιόταν. Την συνεφέρω. Μου είπε τότε μια μεγάλη κουβέντα: «Άμα σε θαυμάζει μια γυναίκα, μη σε δει ποτέ να καταντάς έτσι. Άμα δεν σε θέλει, φύγε». Μια άλλη φορά πάμε να φάμε το βράδυ και βάζει μια μαύρη τουαλέτα με σκίσιμο στο πλάι και μεγάλο ντεκολτέ. Φοράει κάτι δεκάποντα τακούνια, βγάζει και τα ρούχα που είχε ετοιμάσει να φορέσω εγώ. Της λέω, «ρε Λίζα, πού θα πάμε μ' αυτά τα τακούνια μες στα στενάκια; Στο Μόντρεαλ είμαστε;». Ανένδοτη. Δεν είχε ντυθεί έτσι όλο το καλοκαίρι. Πάμε, αλλά δεν είχε όρεξη. Γυρνάμε, τσακωνόμαστε. Μου πετάει ένα ψηλοτάκουνο. Το δεξί ή το αριστερό; Το αποφεύγω. Κλειδώνεται. Βάζω το κλειδί της πόρτας μες στην μπότα μου, για να μην το σκάσει. Κοιμήθηκε του καλού καιρού.

Μετά από κανα-δυό μέρες μ' έπιασε ο λαιμός μου και δεν μπορούσα να καταπιώ. Τα βράδια δεν έβγαινα. Τότε βρήκε να πάρει ρεπό. Μου λέει, θα βγω και θα γυρίσω από 'δώ μετά. Δεν γύρισε. Το μεσημέρι πάω να φάω μια σούπα, αγοράζω το «Αββαδων» του Σαμπάτο κι ένα ζευγάρι σκουλαρίκια για τη Λίζα. Έρχεται ο φίλος μου ο Ζαχαρίας και με κοιτάζει παράξενα. «Την έκανε;». Ναι. Με τον ξανθό; Πού το ξέρεις, στο 'πε η ίδια; Όχι, αλλά είχα υπολογίσει πως μ' αυτόν θα την έκανε. Πάω και την βρίσκω. Έρχεται σπίτι, μου λέει: «Δεν είχαμε πει, είμαστε φρι»; «Είμαστε, αλλά μάζεψε τα ρούχα σου, πάρε και τα σκουλαρίκια και φύγε». «Γιατί»; Πάμε. Την χάνω για μερικές μέρες. Μετά άρχισα να βρίσκω διάφορα σημειώματα, «γιατί λείπεις απ' το σπίτι, όταν ξες τι ώρα σχολάω;» και τέτοια. Με πετυχαίνει ένα βράδυ. «Συγγνώμη, λέει, βλακεία μου, λάθος. ­ Εντάξει, τι θες; ­ Να 'ρθω σπίτι σου, γιατί δεν έχω λεφτά; ­ Αφού στο 'χα πει, έλα». Ξαναρχίζουμε. Πάω στον Καναδά, ανακοινώνει σε μια βδομάδα. Γυρνάει στην Αθήνα. Γυρνάω μετά δύο μέρες κι εγώ, να την δω πριν φύγει. Πάμε στον Λωρα. Στους καθρέφτες έχει ένα χάρτη της Καραϊβικής. Μου δείχνει τη Γρενάδα και μου αφηγείται την ιστορία του προπάππου της. Φεύγοντας, μου λέει: «Αν κάτσω μαζί σου, θα θέλω πάντα να γυρίσω πίσω και θα χάσουμε χρόνο κι οι δύο. Σ' αγαπάω». Μπαίνει σ' ένα ταξί. Το άλλο πρωί πέταγε. Της στέλνω τις φωτογραφίες, απαντάει. Έκτοτε τίποτα. Να 'σαι καλά, Λίζα.

Αυτά είναι τα τρία πρόσωπα της Ίριδας. Ονόμασα έτσι την ηρωίδα, γιατί «η αγγελιοφόρος των Θεών μεριμνά, ώστε να μη διαλυθεί ο Έρως και ικανοποιηθεί ούτω το Χάος! Καθ' όσον ο Έρως Ταξινομεί και Ταξιθετεί ου μόνον το γήινο σύμπαν, κι ενώ η διάρρηξίς του κολακεύει κι ενισχύει την Αταξία τε και Έριδα! Ιδού, Αμνοί, οι λάτρεις των Ειδώλων», όπως λέει κι ο φίλος μου ο Ευσθένος.

Τα τρία πρόσωπα της Ίριδας του Αλέξανδρου Ασωνίτη