ΕΛΛΑΔΑ

[ΕΛΛΑΔΑ] [bleft]

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

[ΠΟΛΙΤΙΚΗ] [bsummary]

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

[ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ] [threecolumns]

ΚΟΣΜΟΣ

[ΚΟΣΜΟΣ] [bleft]

Το διήγημα της εβδομάδας: Το Μαγεμένο Κουτί


Επεράσαμε το ποτάμι της Καμινίτσας και εσταθήκαμε εις τα Νιφορέικα. Το χωριό είναι από χαμηλά σπιτάκια και από λίγες καλύβες που κατοικούν αλβανόφωνοι ποιμένες και γύφτοι. 

Θεωρείται απ’ όλους η μέση του δρόμου από Λεχαινών εις Πάτρας και οι ταξιδιώτες συνήθιζαν να κάνουν εκεί τους πολυωροτέρους σταθμούς των.

Τώρα ο ήλιος είχε δύσει. Το σκοτάδι ήρχετο και οι καρολόγοι απεφάσισαν να ξενυκτίσουν εκεί. Εξέζεψαν τ’ άλογά τους και αφού τα έτριψαν καλά με δεμάτι από άχυρο για να στεγνώσουν τον ιδρώτα τους, τα εσκέπασαν με μεγάλα μάλλινα σκεπάσματα και τα έδεσαν εις το παχνί. Έπειτα εμπήκαμεν όλοι εις το χάνι, γιατί και το ψύχος άρχισε να τσούζει.

Το χάνι ήτο μικρό παλιόσπιτο με αυλήν εις το οπίσω μέρος, με το απαραίτητο πηγάδι και υπό­στεγο για τ’ άλογα. Για τους ανθρώπους καμιά φροντίδα δεν έχει ο χατζής, γιατί αυτοί συνηθίζουν να κοιμούνται κοντά εις τα πόδια των αλό­γων τους ή απάνω εις τα κάρα.

Οι τοίχοι του χανιού από μέσα ήτανε κατά­μαυροι· η οροφή γεμάτη αράχνες, το έδαφος λασπερό και άνισο. Μερικές σανίδες σκεπασμένες με παλιόχαρτο έκαναν τον σκελετό γυμνών ραφιών. Στον ένα τοίχο ο πάγκος με ολίγα ποτήρια και δύο φιάλες ακάθαρτες και κατασκονισμένες έστεκε εμπρός και μακρύ τραπέζι έπιανε τον άλλο τοίχο.

Εκαθίσαμεν εις την μια άκρη του τραπεζιού, γιατί στην άλλη εκάθουνταν ήδη άλλη συντροφιά καρολόγων. Οι σύντροφοί μου έβγαλαν από τους ντορβάδες ψωμί από αραποσίτι και ελιές και αρχί­σαμε το δείπνο. Ο χατζής έφερε σε δυο μαστρα­πάδες το σχετικό κρασί.

Οι καρολόγοι σχετίζονται εύκολα μεταξύ τους. Ακολουθούν τον ίδιον δρόμον, υποφέρουν τους αυτούς κόπους, δίδουν χέρι ο ένας προς τον άλλον σε ώρα ανάγκης. Έκτος τούτου έχουν να ειπούν τόσα και τόσα περί των αλόγων των, περί των συναδέλφων, περί του ταξιδίου των, ώστε ευθύς φιλιώνονται μεταξύ των ενώ δεν γνωρίζουν ούτε τα ονόματά τους. Τούτο έγινε σε λιγάκι και με τους συντρόφους μου. Άλλαξαν ολίγας λέξεις, εκεράσθηκαν μεταξύ τους και τέλος κατήντησαν στο τραγούδι:

Μπαίνω μες στ’ αμπέλι
σαν νοικοκυρά,
να κι ο νοικοκύρης
πο’ ’ρχεται κοντά!…

***

Σε λιγάκι έτριξε η πόρτα του χανιού, άνοιξε και μπήκε μέσα ο μπαρπα-Παναγιώτης. Τον θυ­μούνται όλοι οι καρολόγοι της εποχής εκείνης τον μπαρμπα-Παναγιώτη, γέροντα κοντόν, ξεραγκιανόν με ψαρά μαλλιά και γενειάδα δασείαν, φρύδια πυκνά και κατσουφιασμένο μέτωπο. Διέ­τρεχε τότε το από Λεχαινών μέχρις Αχαΐας διάστημα, φέρων μαζί του ένα γυάλινο κουτί με τέσσερες κούκλες μέσα και το μικρό μπουζούκι του. Εσταματούσε από χωριό σε χωριό, από χάνι σε χάνι, εμπρός εις τις καλύβες των αγροτών και την στάνη των ποιμένων, εις το δάσος, πολλές φορές κοντά εις τον δρόμον και με το μπουζούκι και τα νευρόσπαστά του εκέρδιζε το ψωμί του. Ποιος όμως ήτο ο άνθρωπος αυτός, μυστήριον! Οι καρολόγοι -άνθρωποι όχι και τόσον πιστευτοί- έλεγαν πολλά περί αυτού.

Ένας άνθρωπος, έλεγαν, υπόπτου εξωτερικού με το μαύρο φέσι του κατεβασμένο ως τ’ αυτιά και μικρή ξεσκισμένη καπότα, εστάθη ένα βράδυ εις την άκρη μικράς λίμνης. Η λίμνη αυτή λέγε­ται Κάρι-Κασέλα και είναι έξω από τη Μανωλάδα. Κατά τα μεσάνυκτα ο Αράπης της λίμνης, με τη σιδερένια ματσούκα του εβγήκε να βοσκήσει τα φλωριά του. Ο άνθρωπος εκείνος τα έβλεπε να πηδούν απάνω στο χορτάρι, κάτω από την αστροφεγγιά τα φλωριά και να προχωρούν αργά και να κουδουνίζουν σαν κοπάδι από πρόβατα. Όλα ήσαν κατακαίνουργα και λαμποκοπούσαν τόσο, που η χλόη εφάγκριζε σαν το πρόσωπο λί­μνης. Και ο Αράπης ορθός με τη σιδερένια μα­τσούκα του, τα σαλαγούσε μπροστά, τα μάζευε από δω, τα έσπρωχνε από κει, εσφύριζε για να μη πλανηθούν, να μη σκορπίσουν στα χαμόκλαδα και χάσει κανένα.

Ο άνθρωπος αν ήθελε ημπορούσε να γίνει πλού­σιος με μιας. Έφτανε να ρίξει την καπότα του και την αυγή να εύρει πλακωμένο πλήθος από φλω­ριά. Αλλά ούτε το σκέφθηκε. Το γλυκύ κουδού­νισμά τους δεν εκέντησε καθόλου την πλεονεξία του. Εκάθητο με το κεφάλι στα γόνατα βαθιά συλλογισμένος. Μπορεί και να έκλαιε. Τούτο φυ­σικά έκαμε εντύπωση εις τον Αράπη, επλησίασε και τον ρώτησε:

- Τι κάνεις εδώ, γέροντα;

- Έρχομαι από μακρινό τόπο και νυχτώθηκα. Δεν έχω πού να μείνω κι έγειρα εδεπά να πλαγιάσω.

- Σε βλέπω λυπημένο. Για πες μου· είσαι δυ­σαρεστημένος από την τύχη σου;

- Είμαι λέει: Είμαι και πολύ.

- Τι θέλεις; Θέλεις να σου δώσω φλωριά. Να σε κάνω να πλέεις στο μάλαμα και στ’ ασήμι. Θέλεις;

- Δε θέλω φλωριά. Το μάλαμα και τ’ ασήμι δε γιατρεύουνε τον πόνο της καρδιάς μου.

- Αμ τι θες κάνε;

- Ε! σαν μ’ έχει η τύχη μου να ζήσω ακόμη, να πίνω τα φαρμάκια, ήθελα να είχα τίποτα να βγάνω το ψωμί μου.

- Καλά! είπεν ο Αράπης.

Μπήκε μέσα στη λίμνη και σε λιγάκι γύρισε φέρων ένα κουτί σκεπασμένο με κόκκινο πανί κι ένα μπουζούκι.

- Να· είπε στον άνθρωπο. Με τούτο θα κάμεις τη δουλειά σου… Αν με χρειαστείς καμιά φορά λέγε «Κάρι κασέλα» κι εγώ θα έρθω όπου και αν είσαι.
Αυτός ο άνθρωπος ήτο ο μπαρμπα-Παναγιώτης.

***

Αυτός λοιπόν άμα άνοιξε η πόρτα εμπήκε ατό χάνι, κρατών στο ένα χέρι το μπουζούκι του και στο άλλο το κουτί, σκεπασμένο με κόκκινο μισοτριμμένο πανί.

- Α! α!… καλώς τον μπαρμπα-Παναγιώτη. Κάτσε κοντά. Μωρέ και μάνα και πατέρα!.. εφώναξαν ομόφωνοι και με χαράν οι καρολόγοι.

Το μάνα και πατέρα, σημαίνει πως εστάθηκε τυχερός ο γέροντας γιατί τους βρήκε στο τραπέζι. Εκείνος εχαμογέλασε πικρά για το τυχερό του αυτό, εσούφρωσε τα φρύδια και γνωρίζων ότι οι άνθρωποι εκείνοι ήθελαν την χαράν και πολύ ολίγον εφρόντιζαν αν την είχε και αυτός, έριξεν εις μίαν γωνιά την κάπαν του και εκάθισε μεταξύ τους στο τραπέζι.

- Φάε, γέρο μου, και πιε, να κάνεις κέφι. θα το σκούξομε απόψε, θα βάλεις τις κούκλες να χορέψουν το τσάμικο! είπε κάποιος από τους καρολόγους.

Και χάιδεψε το γέροντα στον ώμο.

Ο μπαρπα-Παναγιώτης εκίνησε το κεφάλι παραδεχόμενος. Έφαγεν ολίγον, έπιεν ολιγότερον και έπειτα ετοποθέτησε απάνω στο τραπέζι το γυάλινο κουτί του, εσήκωσε το κόκκινο πανί και αφού πήρε το μπουζούκι του, άρχισε να παίζει τον καρσιλαμάν.

Μέσα στο κουτί εφάνηκαν τέσσερες κούκλες· δυο άνδρες και δυο γυναίκες. Οι άνδρες φορούσαν φουστανέλες και οι γυναίκες βλάχικα. Είχαν ανά­στημα από μία πιθαμή κάθε μία. Άμα ο γέρον­τας άρχισε να παίζει το μπουζούκι και να τραγουδεί, τα νευρόσπαστα εκινήθησαν και άρχισαν να χορεύουν σύμφωνα με τον ρυθμόν. Πότε ελύγιζαν τα γόνατα και το κορμί, εκουνούσαν το κεφάλι, εσήκωναν τα χέρια και έξαφνα εστριφογύριζαν για μιας όλες ως βακχίδες.

- Του διαβόλου τα πράματα! Κι έπειτα σου λέει δεν είναι διαβολικά! έλεγαν από καιρού εις καιρόν οι καρολόγοι, κοιτάζοντες με αυξάνουσαν απορίαν τας κινήσεις των νευροσπάστων.

Ωστόσο ο γέροντας εξακολουθούσε να τρα­γουδεί και να ταιριάζει τον ήχο του μπουζου­κιού με τη φωνή του. Το μπουζούκι στα χέρια του καταντούσεν έμψυχον· έβγαζε γλυκιές και μελωδικές φωνές. Και τα νευρόσπαστα μέσα στο γυάλινο κουτί τους εχόρευαν και ο μπαρμπα-Παναγιώτης ετραγουδούσε διαφόρους χορούς: τον συρτό, τον Καλαματιανό, το πηδητό, το τσά­μικο και εις την αλλαγήν των ήχων τα νευρό­σπαστα ως να είχον αίσθησιν, να ήκουον τον ρυθμόν και τας λέξεις άλλαζαν τάξιν, θέσιν, κινήσεις και χορόν.

Ο χατζής, ο κύριος δηλαδή του χανιού κοντός και αδύνατος, εκάθητο τυλιγμένος μέσα εις παλιό επανωφόρι, με το κεφάλι στηριγμένο εις τον πάγκον κι εκοίταζε αφηρημένος τα διαβολικά πράματα. Η γυναίκα του, επίσης αδύνατη και ζαρωμένη γερόντισσα, συμμαζεμένη ως γάτα κοντά στη γω­νιά, έκανε κάποτε το σταυρό της και εψιθύριζε λέξεις από το Πιστεύω και έφτυνε απάνω από τον ώμο της, δηλαδή καταπρόσωπον του Οξαποδώ. Οι καρολόγοι διαφοροτρόπως καθήμενοι εις τους πάγκους, άφωνοι και μισοφοβισμένοι εκοίτα­ζαν με νυσταγμένα μάτια πότε τα νευρόσπαστα και πότε τον γέροντα ο οποίος έμοιαζε εκείνη την ώρα πως κρατούσε τη σφραγίδα της Σωλομονικής και ήταν κύριος εις τα ακάθαρτα και πονηρά πνεύματα.

Ο Μπαρμπα-Παναγιώτης έπαυσε τέλος το τραγούδι του. Εσηκώθη μέσα εις την γενικήν σιωπήν, έσυρε από το συλάχι του μικρό ξύλινο καυκί και το έβαλε απάνω στο τραπέζι για να μαζέψει την αμοιβήν του. Οι καρολόγοι όταν θέλουν να διασκεδάσουν ξοδεύουν αλύπητα.

Ο γέροντας εφάνη ευχαριστημένος από το πο­σόν που εσύναξε. Χωρίς να ειπεί λέξη επήρε την κάπα του, εσκέπασε πάλι με το κόκκινο πανί τον θησαυρόν του, εκαληνύχτισε και έφυγε.

- Γέρο στρίγκλε! Θα έχουμε λιβανίσματα τώρα!… εψιθύρισε ο χατζής όταν η πόρτα εκλείσθη οπίσω από τον γέροντα.

***

Εγώ από την ώρα που ο τραγουδιστής άρχισε τα παιγνίδια του έως την ώρα που έφυγε, δεν εκινήθην καθόλου από την θέσιν μου. Συμμαζεμένος μέσα εις μίαν φλοκάταν, εκοίταζα με φόβον και απορίαν άλλοτε τα νευρόσπαστα και άλλοτε τον γέροντα· άλλοτε το χέρι του που εκινείτο γοργά και αδιάκοπα επάνω από τις χορδές του οργάνου. Αληθινά ευρισκόμουν εις μεγάλην στενοχωρίαν που δεν ημπορούσα να καταλάβω ποια η σχέσις του γέροντα με τα νευρόσπαστα και πώς ακολου­θούσαν τα τσακίσματα της φωνής του με τόσην ακρίβειαν. Ήρχισα να πιστεύω ως αληθινά τα λεγόμενα και όλην σχεδόν την νύκτα ενόμιζα ότι ευρισκόμην μεταξύ του φοβερού Αράπη της λίμνης και του μπαρμπα-Παναγιώτη.

Αλλ’ όπως όλα τα πράγματα τα ξεκαθαρίζει ο καιρός, εξεκαθάρισε σε λιγάκι και το μυστήριον του μπάρμπα-Παναγιώτη. Έμαθα δηλαδή ότι όχι ο Αράπης της λίμνης, αλλά πολυχρόνιος φυλακή του έδωκε το μπουζούκι και τα νευρόσπαστα.

Νέος ο μπαρμπα-Παναγιώτης παρεσύρθη από την κακογλωσσιά της γυναικός του εις φοβερό έγκλημα. Εσκότωσε το μόνο παιδί που είχε απο­κτήσει με την πρώτην του γυναίκα. Και κατά την πολυχρόνιον κάθειρξίν του εφεύρε τον μηχανισμόν να τραγουδεί και να χορεύουν τα νευρόσπαστα.

Πώς το κατόρθωσε δική του δουλειά. Φτάνει που το κατόρθωσε.

~~~***~~~

"Το Μαγεμένο Κουτί" του Ανδρέα Καρκαβίτσα. Το διήγημα δημοσιεύτηκε στη συλλογή «Διηγήματα του γυλιού». 

Post A Comment
  • Blogger Comment using Blogger
  • Facebook Comment using Facebook
  • Disqus Comment using Disqus

Δεν υπάρχουν σχόλια :


ΦΑΚΕΛΟΣ: ΕΓΚΛΗΜΑ

[ΦΑΚΕΛΟΣ: ΕΓΚΛΗΜΑ] [grids]

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

[ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ] [threecolumns]

ΑΘΛΗΤΙΚΑ

[ΑΘΛΗΤΙΚΑ] [list]

ΚΥΠΡΟΣ

[ΚΥΠΡΟΣ] [bsummary]

ΥΓΕΙΑ

[ΥΓΕΙΑ] [grids]

ΟΛΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

[ΠΑΙΔΙ] [list]

ΜΑΤΙΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΩΝ ΖΩΩΝ

[ΚΑΤΟΙΚΙΔΙΟ] [bsummary]

ΓΕΥΣΕΙΣ

[ΓΕΥΣΕΙΣ] [twocolumns]

ΓΛΥΚΕΣ ΓΕΥΣΕΙΣ

[ΓΛΥΚΕΣ ΓΕΥΣΕΙΣ] [threecolumns]

ΕΠΙΣΤΗΜΗ / ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ

[ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ] [bleft]

ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΙ

[ΤΑΞΙΔΙ] [grids]

ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ

[ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ] [list]