Ticker

15/recent/ticker-posts

1999: Τεμαχισμένη στη λίμνη


Στο παρθενικό του ταξίδι ως Γ’ Μηχανικός του Εμπορικού Ναυτικού, ο Γιώργος Σκιαδόπουλος έμελλε να γνωρίσει τη γυναίκα που του άλλαξε τη ζωή. Την ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα και για ενάμισι χρόνο ζούσε το όνειρό του, αδημονώντας για την ημέρα του γάμου τους. Για χάρη του, η Τζούλι, μια πανέμορφη αμερικανίδα με καριέρα μοντέλου, εγκατέλειψε τον σύζυγο και το παιδί της στο Νιού Τζέρσει και τον ακολούθησε στην Ελλάδα. Όμως, η «παραμυθένια» ζωή που ονειρεύτηκε, δεν ήρθε ποτέ. Ο Σκιαδόπουλος πέρασε στο πάνθεον των πιο άγριων εγκλημάτων ερωτικού πάθους και η Τζούλι κατέληξε τεμαχισμένη σε μια τεχνητή λίμνη λίγο έξω από την Καβάλα…

Πάνω στο κρουαζιερόπλοιο “Galaxy”, που έπλεε στην Καραϊβική γνωρίστηκαν το Νοέμβριο του 1997 ο 24χρονος Γιώργος Σκιαδόπουλος και η 31χρονη Τζούλι Μαρί Σκάλι, η οποία έκανε κρουαζιέρα με τον δεύτερο σύζυγό της, Τιμ Νιστ. Την τριών ετών κορούλα τους, Κέιτι, την είχαν αφήσει στους παππούδες στο Νιού Τζέρσει. Γνωρίστηκαν και άρχισαν να κάνουν παρέα στο πλοίο. Όταν η κρουαζιέρα τελείωσε, το ζευγάρι υποσχέθηκε πως θα ταξίδευε και πάλι με το “Galaxy”. Και πράγματι, τρεις μήνες αργότερα, συναντήθηκαν πάλι σε κρουαζιέρα. Η Τζούλι έδειχνε να απολαμβάνει την παρουσία του αξιωματικού κοντά της. Αλλά και ο Γιώργος, αν και διατηρούσε σχέση με μια Ολλανδή, μέλος του πληρώματος, είχε μάτια μόνο για εκείνη.

Το ζευγάρι επέστρεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά ήταν φανερό ότι η σχέση τους περνούσε κρίση. Το «γυαλί» ράγισε, όταν η 31χρονη γυναίκα έφυγε για το Πουέρτο Ρίκο, όπου βρισκόταν το πλοίο, για να δει τον Γιώργο έστω για λίγες ημέρες. Στην επόμενη συνάντησή τους η Τζούλι ήταν ήδη σε διάσταση και εκείνος την παρουσίαζε πλέον ως αρραβωνιαστικιά του.

Το καλοκαίρι του 1998 ο νεαρός ναυτικός ξεμπάρκαρε και πήγε να την βρει στην Αμερική. Έμεινε μαζί της ενάμιση μήνα και έδειχνε ευτυχισμένος, ειδικά όταν η Τζούλι είπε το «ναι» στην πρότασή του να παντρευτούν και να ζήσουν στην πατρίδα του, την Καβάλα. Το φθινόπωρο ήρθαν στην Ελλάδα, γνωρίστηκε με τους συγγενείς του Γιώργου και κατέβηκαν στην Αθήνα για τα διαδικαστικά του γάμου.

Στο μεταξύ το διαζύγιο της Τζούλι είχε εκδοθεί και έπρεπε να γυρίσει στο Νιου Τζέρσει για να διευθετηθεί η κηδεμονία της μικρής. Ωστόσο επέστρεψε στην Καβάλα προβληματισμένη, γιατί της έλειπε η κόρη της. Τα πρώτα «σύννεφα» άρχισαν να σκιάζουν τη σχέση τους. Πλησίαζε και ο καιρός που ο Σκιαδόπουλος έπρεπε να υπηρετήσει τη θητεία του στο Πολεμικο Ναυτικό και φοβόταν όταν η Τζούλι θα τον εγκατέλειπε. Οι φόβοι του εντάθηκαν όταν του είπε ότι σκόπευε να φύγει λίγες ημέρες για να δει την κόρη της.

Στις αρχές του νέου χρόνου ξεκίνησαν με ένα νοικιασμένο “Fiat Punto” για την Αθήνα, όπου είχαν ήδη φτάσει κάποια πράγματα της Τζούλι. Ωστόσο δεν έφτασαν ποτέ μαζί. Στις 12 Ιανουαρίου 1999 ο Σκιαδόπουλος δήλωσε γεμάτος αγωνία την εξαφάνισή της στο Αστυνομικό Τμήμα Ομονοίας.

«Μέχρι να τηλεφωνήσω από τον θάλαμο, είχε εξαφανιστεί από το fast food όπου την άφησα, στην πλατεία Κάνιγγος», είπε στον αξιωματικό υπηρεσίας. Απευθύνθηκε στο προσωπικό του καταστήματος και στους αστυνομικούς πεζής περιπολίας, δείχνοντας την φωτογραφία της Τζούλι, αλλά κανείς δεν την είχε δει. Πήγε απελπισμένος σε τηλεοπτικές εκπομπές, αποφεύγοντας να εμφανιστεί ο ίδιος στο στούντιο. Μέχρι και στην πρεσβεία των HΠA απευθύνθηκε, αλλά τίποτα.

Όμως έπεφτε σε κραυγαλέες αντιφάσεις, ακόμα και σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις. Οι αξιωματικοί της Ασφάλειας δεν άργησαν να καταλάβουν ότι κάτι τρέχει και τον κάλεσαν για κατάθεση. Στο τέλος αναγκάστηκε να ομολογήσει. «Ναι, την σκότωσα γιατί δεν άντεχα να την αποχωριστώ ούτε για μία ώρα», είπε στους αστυνομικούς. Kαι άρχισε να περιγράφει με λεπτομέρειες τη μακάβρια προσπάθειά του να την εξαφανίσει.

«Κατεβαίνοντας στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου, τσακωθήκαμε πάλι. Σταμάτησα σε μια παράκαμψη, στο ύψος του 132ου χιλιομέτρου της Εθνικής οδού Θεσσαλονίκης – Καβάλας. Την έπιασα από το λαιμό και την πίεσα για να σταματήσει να φωνάζει. Από τη στιγμή που συνειδητοποίησα ότι ήταν νεκρή, δεν μπορούσα να σκεφτώ λογικά. Την έβαλα στο πορτ μπαγκάζ και αγόρασα από τη Νέα Πέραμο ένα μπιτόνι με τέσσερα λίτρα βενζίνη. Σε ένα απόμερο σημείο της έβαλα φωτιά, αλλά κάηκαν μόνο τα ρούχα της. Πήγα στο σπίτι της γιαγιάς μου, πήρα μια βαλίτσα και ένα σιδηροπρίονο και επέστρεψα, μεσάνυχτα πλέον, στο ίδιο ερημικό σημείο. Έκοψα το κεφάλι που εξείχε, έβαλα το πτώμα στη βαλίτσα και το πέταξα στη λίμνη. Το κεφάλι το πέταξα στη θάλασσα, μπροστά σε κάτι βράχια στην Καλαμίτσα».

Ο νεαρός ναυτικός είπε ότι προσπάθησε να αυτοκτονήσει, αλλά δεν βρήκε τη δύναμη. Ήταν 26 Ιανουαρίου 1999, όταν οδήγησε τους αστυνομικούς στο σημείο του εγκλήματος. «Θέλω να μείνει για πάντα στην Eλλάδα και όχι να την πάνε στην Aμερική για ταφή», ψέλλιζε.

Το Νοέμβριο του 1999 το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Δράμας καταδίκασε τον Γιώργο Σκιαδόπουλο σε ισόβια κάθειρξη. Ο πρώην σύζυγος της Τζούλι, που είχε έρθει από τις Ηνωμένες Πολιτείες, παρακολούθησε ανέκφραστος την ακροαματική διαδικασία, ενώ οι χωρισμένοι γονείς του κατηγορουμένου έκαναν την αυτοκριτική τους. Όπως είπαν, δεν του προσέφεραν μια ομαλή οικογενειακή ζωή και μια ευτυχισμένη παιδική ηλικία, εξαιτίας των τσακωμών τους.

Τον Οκτώβριο του 2002 το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θράκης αναγνώρισε στον Σκιαδόπουλο τα ελαφρυντικά του προτέρου εντίμου βίου και της καλής διαγωγής στην φυλακή και τον καταδίκασε σε κάθειρξη 23 ετών. Υπήρξε υπόδειγμα κρατουμένου, σπούδασε στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο στο Τμήμα Ελληνικού Πολιτισμού και στράφηκε στα θεία. Το 2009 αποφυλακίστηκε με όρους από τις φυλακές Κασσάνδρας και παντρεύτηκε μια γυναίκα από τη Γουατεμάλα, που εργαζόταν ως αρχιλογίστρια σε κρουαζιερόπλοιο.


astinomiko.gr/