Ticker

15/recent/ticker-posts

1958: Εις θάνατον για το κομπόδεμα


Το κομπόδεμα του 82χρονου Γιώργου Δεληγιάννη με χαρτονομίσματα και λίρες, που έκρυβε κάτω από το στρώμα του κρεβατιού του, είχε γίνει θέμα συζήτησης στο καφενείο της Δημητσάνας. Το είχαν δει δύο ηλεκτρολόγοι που είχαν πάει για μια επισκευή στο σπίτι του λίγες ημέρες νωρίτερα και το είχαν αποκαλύψει στον 36χρονο συγχωριανό τους Χαρίλαο Κουστένη. Κι αυτός, «τύπος εκβιαστού και παλληκαρευομένου», όπως έγραψαν οι εφημερίδες, το έβαλε στο «μάτι» και δεν δίστασε να σφάξει τον γέροντα και την 65χρονη οικονόμο του, για να το βάλει και στο «χέρι». Όμως, τα λάθη που έκανε οδήγησαν τους άνδρες της Χωροφυλακής στα ίχνη του και τον ίδιο στο εκτελεστικό απόσπασμα.

Ο 36χρονος κρεοπώλης, που ήταν πατέρας ενός 4χρονου αγοριού, κρύφτηκε εκείνο το ξημέρωμα στο χαγιάτι του σπιτιού του Γιώργου Δεληγιάννη, που ακόμη και στα 82 του χρόνια έκανε εμπόριο καρυδιών στα χωριά της Αρκαδίας. Περίμενε τη στιγμή που ο γέροντας θα ξυπνούσε και θα ξεκλείδωνε την εσωτερική πόρτα, για να βάλει σε εφαρμογή το σχέδιό του.

Ο Δεληγιάννης ήταν βαρήκοος και δεν τον αντελήφθη που τον ακολούθησε στο υπόγειο. Ήταν 6 το πρωί, 10 Δεκεμβρίου 1958, όταν άρχισε να ξεχωρίζει τα σακιά με τα καρύδια που θα παρέδιδε το μεσημέρι σε έναν έμπορο από την Τρίπολη, όταν ξαφνικά ο Κουστένης του επιτέθηκε πισώπλατα με μαχαίρι και τον σκότωσε.

Εκείνη την ώρα κατέβαινε στο υπόγειο η 65χρονη οικονόμος Γιαννούλα Παπαθεοδώρου, που ήταν κι αυτή βαρήκοη και δεν είχε καταλάβει τίποτα. Μόλις είδε τον σωματώδη άνδρα, τον έπιασε από τα μαλλιά και του έβγαλε μάλιστα και μια τούφα. Όμως οι δυνάμεις της δεν της επέτρεπαν να αντισταθεί περισσότερο. Ο δράστης την μαχαίρωσε στο λαιμό και την έριξε νεκρή δίπλα στον 82χρονο.

Κάλυψε τα πτώματά τους με σακιά, κλείδωσε την πόρτα του υπογείου και έπλυνε τα χέρια του. Ανέβηκε στο υπνοδωμάτιο και κάτω από το στρώμα βρήκε το κομπόδεμα, που περιείχε 21.300 δραχμές σε χαρτονομίσματα και ένα «μασούρι», που όμως δεν περιείχε χρυσές λίρες, αλλά κέρματα. Αμέσως τράπηκε σε φυγή και πήγε στον αγρό του σπιτιού του, φροντίζοντας να κάνει αισθητή την παρουσία του για να δημιουργήσει άλλοθι.

Η αποκάλυψη του εγκλήματος οδήγησε στο γραφείο του υπομοίραρχου Αλικάκου τουλάχιστον δώδεκα υπόπτους. Ανάμεσά τους βρισκόταν και ο 36χρονος κρεοπώλης, ο οποίος, όπως έγινε γνωστό από τη Χωροφυλακή, ήταν ήδη σεσημασμένος για επίθεση εναντίον του ίδιου του αδελφού του και ληστεία σε βάρος ενός συγχωριανού του.

Παρά την πολύωρη εξέτασή του, αρνήθηκε κάθε εμπλοκή στη διπλή δολοφονία. Ωστόσο έκανε δύο μοιραία λάθη. Αν και όλοι ήξεραν ότι αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, λίγες ώρες μετά το φονικό πήγε στο υποκατάστημα της Αγροτικής τράπεζας στη Δημητσάνα και πλήρωσε ένα χρέος 3.000 δραχμών, ενώ το ίδιο βράδυ δάνεισε σε έναν συγχωριανό του 50 δραχμές και το χαρτονόμισμα είχε ίχνη αίματος.

Καθώς ένας – ένας οι ύποπτοι που είχαν προσαχθεί αφήνονταν ελεύθεροι, αφού δεν είχαν προκύψει στοιχεία σε βάρος τους, οι χωροφύλακες έσφιγγαν τον κλοιό γύρω από τον Κουστένη, ο οποίος επέμενε να δηλώνει άγνοια. Πήγαν για έρευνα στο σπίτι του, αναζητώντας στοιχεία που θα επιβεβαίωναν αυτό που είχαν υποψιαστεί από την πρώτη στιγμή και, πράγματι, σε μια τρύπα στον τοίχο του αχυρώνα του βρήκαν 18.300 δραχμές. Στη διπλανή τουαλέτα ήταν κρυμμένο το φονικό μαχαίρι, που ήταν τυλιγμένο σε ένα κομμάτι χαρτί και είχε ίχνη αίματος.

Ο 36χρονος άνδρας ήταν αναγκασμένος πλέον να ομολογήσει. Περιέγραψε με κυνισμό το έγκλημά του και το απέδωσε στην κακιά ώρα. «Λυπάμαι μόνο το παιδί μου», είπε με σκυμμένο κεφάλι. Το νέο μαθεύτηκε γρήγορα και πολλοί κάτοικοι της Δημητσάνας μαζεύτηκαν στην Χωροφυλακή για να λιντσάρουν το δολοφόνο, ο οποίος οδηγήθηκε στην Τρίπολη για την ποινική συνέχεια.

Η δικογραφία δεν άφηνε πολλά περιθώρια για ελαφρυντικά στο δικαστήριο και η ετυμηγορία ήταν δις εις θάνατον. Στις 2 Σεπτεμβρίου 1960 ο Χαρίλαος Κουστένης οδηγήθηκε με δάκρυα στα μάτια στο εκτελεστικό απόσπασμα του πεδίου βολής Αλυκών, στον Ποταμό Κέρκυρας, όπου εκτελέστηκε με το πρώτο φως της ημέρας.


astinomiko.gr/